Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΡΟΣΩΠΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΡΟΣΩΠΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη, 25 Μαρτίου 2014

Έφυγε ο Κωστής Παπαγιώργης. Θλίψη σε Κύμη και Υπάτη

Έφυγε ο Κωστής Παπαγιώργης. Θλίψη σε Κύμη και Υπάτη

«Πάντα μέσα από ένα διάτρητο παρόν, ο θάνατος πλήττει το μέλλον, όχι το παρελθόν.» Nαι, αυτή είναι μόνο μία φράση από το κατακλυσμικό "Ζώντες και Τεθνεώτες" του Κωστή Παπαγιώργη, πίσω στο 1991.



Η είδηση για το θάνατο του Κωστή Παπαγιώργη στη διαδικτυακή κοινότητα, σαν κηδειόσημο στην κολώνα προσπαθεί να συμπυκνώσει την απώλεια μέσα από ένα όνομα, δυο τρία βιογραφικά στοιχεία, μια ηλικία – ναι μόνο 67 χρονών. Εδινε μάχη με τον καρκίνο, ναι, έκανε ένα κρίσιμο χειρουργείο στην αρχή του Φεβρουαρίου. Φίλοι, γνωστοί, θαυμαστές των κειμένων του ψιθύριζαν «ο Κωστής δεν είναι καλά» αλλά σαν πληροφορία, αρνούμενοι να δουν τι μπορεί να βρίσκεται πίσω από αυτό. Να συνειδητοποιήσουμε πως φεύγει ένας άνθρωπος που έχει γράψει σαν γίγαντας, έχει σκάψει το χαρτί με τα χέρια του, έχει μιλήσει για όσα δαιμονικά μας τριβέλιζαν.

Ο Κωστής Παπαγιώργης ήταν ένας διανοούμενος. Πυκνά νοήματα, γνώση που έφτανε στις απαρχές της δημιουργίας, άποψη λεπίδι, προσωπική στάση, διατρέχουν τα κείμενά του. Ενας διανοούμενος που δεν αγαπούσε την έκθεση, τη βόλτα στην αγορά των αναγνωρίσιμων σοφών.

Ένα από τα τελευταία του κείμενα, ίσως και το τελευταίο δημοσιεύθηκε στις 24 Ιανουαρίου του 2014 στο Protagon με τον τίτλο Πρώην και απεύθυνση σε κάθε τι που εκφράζουν οι Νεοέλληνες, σήμερα, τώρα. «Μπορεί κανείς να φανταστεί μια λέσχη απροσδιόριστων ορίων που να απαρτίζεται από διάφορους πρώην: θεωρητικοί που τώρα πια γιατρεύονται με τη σιωπή καθότι πια ξέρουν ότι γνώρισμα της ειλικρίνειας είναι η αυτοκαταγγελία. Άνθρωποι του πάθους που τώρα λυπούνται το οξυγόνο που ξόδεψαν κυνηγώντας ίσκιους. Πρώην μεγάλους εραστές και ερωμένες. Πρώην συγγραφείς που τώρα πια έχουν ως ύφος τον σεβασμό της λευκής σελίδας. Μέσα σε μια παρόμοια λέσχη με ραγισμένες καρδιές και ψαλιδισμένες γλώσσες, ενδέχεται να βρει κανείς τους φίλους του.»

Λίγοι ήταν αυτοί λοιπόν που μπόρεσαν να δουν πίσω από τη γραφή, να γνωρίσουν τον Κωστή Παπαγιώργη.

Το βιογραφικό του κυκλοφορεί από το πρωί. Μαθαίνουμε πως ο σπάνιος δοκιμιογράφος, συγγραφέας, αρθρογράφος που γράφοντας επιδιδόταν σε μια συνεχή άσκηση αυτοβιογραφίας γεννήθηκε το 1947 στο Nεοχώρι Yπάτης. Εζησε στην Παραλία της Κύμης, μετά στο χλοερό Χαλάνδρι πριν κατέβει εκεί που έμοιαζε να βρίσκεται ο φυσικός χώρος της ερμητικής, στοχαστικής, πυκνής γραφής του: στις παρυφές των Εξαρχείων, στην περιοχή του Μουσείου όπου η αίγλη συνυπάρχει με τη σύγχρονη καταρράκωση. Μαζί πάντα η σύντροφός του Ράνια.

Ακόμα και οι σπουδές του δείχνουν πως ήταν ένας περίπλοκος άνθρωπος που ήθελε να ξεβολεύεται. Ξεκίνησε να σπουδάσει νομική, έφυγε για το Παρίσι για να σπουδάσει φιλοσοφία – δεν ολοκλήρωσε κανένα κύκλο σπουδών. Αλλωστε η προσωπική του «ύλη ανάγνωσης και εξέτασης» ήταν ανεξάντλητη και πιο σύνθετη από κάθε μεθοδική πανεπιστημιακή διδασκαλία. Εφτασε κάποια στιγμή να αρνηθεί τους σύγχρονους στοχαστές – κάπου είχε γράψει πως όταν μια μέρα σήκωσε το ακουστικό του τηλεφώνου και άκουσε από την άλλη άκρη της γραμμής έναν Γάλλο να του λέει «Καλημέρα, ονομάζομαι Ντεριντά» απλώς του έκλεισε το τηλέφωνο. Ποιος ξέρει ίσως να ήταν η ώρα που άρχιζε ένα αγώνας του αγαπημένου του Παναθηναϊκού – δεν θα θυσίαζε λίγα λεπτά αγώνα για μια συνομιλία με τον Ντεριντά.

Ιωάννα Μουτσανά

http://www.lamiastar.gr

Σάββατο, 22 Μαρτίου 2014

Ορέστης Μακρής 1899 – 1975

εύβοια,ειδήσεις,


Γεννήθηκε στη Χαλκίδα και πέθανε στην Αθήνα. Είχε τελειώσει το Ελληνικό Ωδείο Αθηνών και εμφανίσθηκε στη σκηνή πρώτα ως τενόρος στο θίασο Ροζαλίας Νίκα το 1925, κατόπιν στον θίασο Παπαϊωάννου και αργότερα μεταπήδησε στο είδος των κωμικών ρόλων. Ως ηθοποιός διέπρεψε σε απόδοση λαϊκών τύπων. Ανεπανάληπτη ήταν η απόδοσή του στο τύπο του «μεθύστακα», που αποτέλεσε σταθμό στο ελληνικό θέατρο. Τον τύπο αυτόν μετέφερε αργότερα και στον κινηματογράφο με ομώνυμο τίτλο.

Το 1955 απέδωσε τόσο αληθινά τον χαρακτήρα του μισητού ιδιοκτήτη που έγινε αποδέκτης ευτράπελου επεισοδίου σε κεντρικό δρόμο της Αθήνας θεωρούμενος ως πραγματικός ιδιοκτήτης. Συμμετείχε σε περίπου σαράντα ταινίες παίζοντας χαρακτηριστικούς ρόλους, όπως του μεθυσμένου, του άστοργου, του ανάποδου μα και στοργικού πατέρα. Κάθε ταινία του Ορέστη Μακρή θεωρείται μια ξεχωριστή δημιουργία ρόλου που σήμερα αποτελούν όλοι πρότυπα θεατρικής μελέτης του είδους των.

Τιμήθηκε με το Τάγμα του Φοίνικος. Κηδεύτηκε στο Α΄ Νεκροταφείο σε οικογενειακό τάφο.


Ο μάγος της Αθήνας (1931)
Ο μεθύστακας (1950) .... Χαράλαμπος
Ο γρουσούζης (1952) .... Αγαθοκλής
Το κορίτσι της γειτονιάς (1954) .... Στάμος
Η κάλπικη λίρα (1955) .... Βασίλης Μαυρίδης
Καταδικασμένη κι απ' το παιδί της (1955) .... Παύλος
Το φιντανάκι (1955) .... Αντώνης
Η αρπαγή της Πεσεφόνης (1956) .... πρόεδρος Κατωχωρίου
Η θεία απ΄ το Σικάγο (1957) .... Χαρίλαος Μπάρδας
Της νύχτας τα καμώματα (1957) .... Σωτήρης
Το αμαξάκι (1957) .... Ανέστης
Η κυρά μας η μαμή (1958) .... Λυκούργος Μπέκος
Μια λατέρνα, μια ζωή (1958) .... Κοσμάς
Το ξύλο βγήκε από τον παράδεισο (1959) .... γυμναστής Γκίκας
Ο Θύμιος τα 'κανε θάλασσα (1959) .... Βρασίδας Μόραλης
Στουρνάρα 288 (1960) .... Μπάμπης
Η Χιονάτη και τα 7 γεροντοπαλίκαρα (1960) .... Καίσαρ Αλεξάνδρου
Της μιας δραχμής τα γιασεμιά (1960) .... παππούς
Έξω οι κλέφτες (1961) .... Τιμολέων Αδάμαντας
Οικογένεια Παπαδοπούλου (1961) .... Νίκος Καρύδογλου
Ο καλός μας άγγελος (1961) .... Διαμαντής Ναρλής
Το μεροκάματο του πόνου (1963) .... Βαγγέλης
Ο Αριστείδης και τα κορίτσια του (1964) .... Αριστείδης Ελαπόρτας
Αδικημένη (1964) .... Νικόλας Ανδρέου
Ζητιάνος μιας αγάπης (1964) .... Σπύρος
Κάθε καημός και δάκρυ (1964)
Πόνεσα πολύ για σένα (1964) .... Χαρίδημος
Με πόνο και με δάκρυα (1965) .... Βασίλης Καψομίχαλος
Οι καταφρονεμένοι (1965) .... Σταμάτης
Ένα κορίτσι αλλιώτικο απ' τ' άλλα (1968)

http://el.wikipedia.org

Τετάρτη, 19 Μαρτίου 2014

Γιώργος Κόρος 1923 – 2014

Γιώργος Κόρος 1923 – 2014

Σπουδαίος βιολιστής της λαϊκοδημοτικής μουσικής και συνθέτης τραγουδιών, με πιο γνωστό το «Είσαι νινί ακόμα».

Ο Γιώργος Κόρος γεννήθηκε στις 19 Μαρτίου 1923 στους Ανδρωνιάνους Εύβοιας, από πατέρα ιεροψάλτη, ο οποίος τον μύησε από μικρό στα μυστικά της βυζαντινής μουσικής. Σε ηλικία 9 ετών άρχισε να μαθαίνει βιολί μόνος τους και στα 12 του έπαιξε για πρώτη φορά σε πανηγύρι. Συνέχιζε να παίζει σε γάμους, γλέντια και ταβέρνες μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του '50, οπότε ξεκίνησε η καθαυτό επαγγελματική του καριέρα στη μουσική.

Αυτός που τον επέβαλε στη δισκογραφία ήταν ο συνθέτης και ερμηνευτής του δημοτικού τραγουδιού Γιώργος Παπασιδέρης (1902-1977). Το 1953 τον άκουσε σ’ ένα κέντρο της Αθήνας και εντυπωσιάστηκε από τον τρόπο που έπαιζε το βιολί, σε μια εποχή που το όργανο αυτό ήταν περιθωριακό στη δημοτική μουσική. Από τότε, ο Γιώργος Κόρος συνεργάστηκε με καλλιτέχνες από όλο το φάσμα της λαϊκοδημοτικής μουσικής: Γιώργο Παπασιδέρη, Ρόζα Εσκενάζυ, Ρίτα Αμπατζή, Μήτσο Αραπάκη, Στέλιο Καζαντζίδη, Καίτη Γκρέι, Γιώτα Λύδια, Πάνο Γαβαλά, Μανώλη Αγγελόπουλο, Χάρις Αλεξίου, Γιώργο Νταλάρα, Γλυκερία, Ελένη Βιτάλη, Δημήτρη Ζάχο, Αλέκο Κιτσάκη, Σοφία Κολλητήρη, Στάθη Κάβουρα, Τασία Βέρρα, Μάκη Χριστοδουλόπουλο, Σοφία Εμφιετζή και πολλούς άλλους.

Ο Γιώργος Κόρος έγραψε περίπου 1.500 τραγούδια, ενώ στο ενεργητικό του έχει πολλούς χρυσούς και πλατινένιους δίσκους, καθώς και μεγάλες επιτυχίες, όπως τα τραγούδια: «Αδειανό το προσκεφάλι», «Χαμένο κορμί», «Είσαι νινί ακόμα», «Όσοι είναι αισθηματίες», «Φαράχ», «Κλαίει απόψε ο ουρανός», «Μες στη ζωή έχω ζήσει τόσες πίκρες». Στο τραγούδι «Φύγε, φύγε» με τον Στράτο Διονυσίου ήταν η πρώτη φορά που η Γιώτα Λύδια πρωτοφώναξε τη φράση που τον ακολουθούσε πάντα: «Γεια σου Κόρο με το βιολί σου!». Ο ίδιος έβγαλε στο τραγούδι γνωστούς σήμερα καλλιτέχνες, όπως η Σοφία Κολλητήρη, ο Μάκης Χριστοδουλόπουλος και η Βάσω Χατζή.

Από τον γάμο του με την Ασημίνα είχε αποκτήσει δύο παιδιά, τον Νικόλαο και την Κατερίνα Κόρου, γνωστή λαϊκή τραγουδίστρια και συνθέτρια.

Ο Γιώργος Κόρος πέθανε στις 8 Ιανουαρίου 2014, σε ηλικία 90 ετών.
Είπε...

Αν το δοξάρι του βιολιού μου ήταν πριόνι, με τις δοξαριές μου θα είχα κόψει όλα τα δέντρα και τα δάση της Ρωσίας.

Τα ταξίμια στο βιολί είναι σαν να μιλάμε, και ο ένας να λέει στον άλλον το παράπονό του, το αίσθημά του, την ιστορία του, κάτι που του έτυχε και ο άλλος πάλι να του λέει, τι λες βρε παιδί μου, αυτά έπαθες;


ΠΗΓΗ: http://www.sansimera.gr/

Παρασκευή, 14 Μαρτίου 2014

Ταγματάρχης Ιωάννης Βελισσαρίου 1861 – 1913


Ταγματάρχης Ιωάννης Βελισσαρίου 1861 – 1913
Έλληνας αξιωματικός του Πεζικού, ήρωας των Βαλκανικών Πολέμων. Θεωρείται ως μία από τις σπουδαιότερες στρατιωτικές φυσιογνωμίες της νεώτερης Ελλάδας. Ήταν γνωστός και με το προσωνύμιο «Μαύρος Καβαλλάρης», επειδή ίππευε ένα επιβλητικό μαύρο.

Ο Ιωάννης Βελισσαρίου γεννήθηκε στις 26 Νοεμβρίου 1861 στο Πλοέστι της Ρουμανίας, από Έλληνες γονείς που κατάγονταν από την Κύμη της Εύβοιας. Από νεαρή ηλικίας άρχισε να διαβάζει βιβλία για την Ελληνική Επανάσταση και να εμπνέεται από τα επαναστατικά θούρια του Ρήγα Φεραίου, ενώ είχε μια έμφυτη κλίση στη γλωσσομάθεια.

Στα 16 του εγκαταλείπει τη Ρουμανία και φθάνει στην Αθήνα για να καταταγεί ως εθελοντής στον ελληνικό στρατό. Το όνειρό του να υπηρετήσει την πατρίδα παίρνει προσωρινά αναβολή, λόγω του νεαρού της ηλικίας του. Τότε αναγκάζεται να καταφύγει στην Αίγυπτο, όπου ζει η αδελφή της μητέρας του. Σπουδάζει για μία τριετία στο Γαλλικό Κολλέγιο και το 1880 επιστρέφει στην Αθήνα, όπου γίνεται δεκτός ως εθελοντής στον ελληνικό στρατό.

Μετά τη συμπλήρωση του απαραίτητου χρόνου υπηρεσίας εισέρχεται στη Σχολή Υπαξιωματικών και το 1887 αποφοιτά με τον βαθμό του Ανθυπολοχαγού Πεζικού. Μάχιμη εμπειρία αποκτά στον Ελληνοτουρκικό Πόλεμο του 1897. Ως διμοιρίτης σε ύψωμα στη διάβαση της Μελούνας πολεμά γενναία και δεν υποχωρεί, παρά μόνον όταν του στέλνουν γραπτή διαταγή κι ενώ οι υπόλοιπες ελληνικές δυνάμεις έχουν εγκαταλείψει προ πολλού τις θέσεις τους.

Στη μάχη της Δερβέν-Φούρκας (σημερινό Καλαμάκι Φθιώτιδας) στις 7 Μαΐου 1897 ως διμοιρίτης του 3ου Λόχου του 5ου Συντάγματος καλύπτει την υποχώρηση των ελληνικών τμημάτων. Ο Τούρκος διοικητής εγκλωβίζεται και δεν μπορεί να προχωρήσει, νομίζοντας ότι έχει να κάνει με μονάδα επιπέδου ταξιαρχίας. Ο Βελισσαρίου λαμβάνει τα εύσημα από τον διάδοχο Κωνσταντίνο και τον επόμενο χρόνο προάγεται σε υπολοχαγό και το 1905 σε λοχαγό.

Στις εκλογές του 1899 θα είναι υποψήφιος βουλευτής Κύμης, αλλά θα ηττηθεί από τον λαϊκιστή αντίπαλό του, που ήταν αξιωματικός του Ιππικού. Το 1907 διορίζεται διοικητής της Αστυνομίας Σκοπέλου, ελλείψει αξιωματικών της Χωροφυλακής. Εκεί γνωρίζει τη σύζυγό του Χαρίκλεια, με την οποία αποκτά ένα γιο, ο οποίος θα πεθάνει σε ηλικία δύο ετών. Το 1909 συμμετέχει στο στρατιωτικό κίνημα στου Γουδή, ενώ υπηρετεί ως φρούραρχος στο ομώνυμο στρατόπεδο.




Ο Ταγματάρχης Βελισσαρίου με τον 
Αντιστράτηγο Σαπουντζάκη στη Φιλιππιάδα

Με την έκρηξη του Α' Βαλκανικού Πολέμου, ο ταγματάρχης, πλέον, Ιωάννης Βελισαρίου τοποθετείται διοικητής του 3ου Τάγματος του 4ου Συντάγματος Πεζικού. Στη Μάχη του Σαρανταπόρου (9 Οκτωβρίου 1912) προωθείται γρήγορα με το τάγμα του και βρίσκεται στα μετόπισθεν του εχθρού, σπέρνοντας τον πανικό και συμβάλλοντας στη γενική υποχώρηση των Οθωμανικών δυνάμεων. Κατά τη διάρκεια της μάχης ήλθε σε οξεία αντιπαράθεση με τον διοικητή του Συνταγματάρχη Παπακυριαζή, με τον οποίο είχε συγγενική σχέση και ζήτησε μετάθεση σε άλλη μάχιμη μονάδα.


Το αίτημά του έγινε δεκτό από τον επιτελάρχη Βίκτωρα Δούσμανη και τοποθετήθηκε διοικητής του 9ου Τάγματος του 1/38 Συντάγματος Ευζώνων της 6ης Μεραρχίας Πεζικού. Η μονάδα του μεταφέρθηκε στο μέτωπο της Ηπείρου και πήρε μέρος στην πολιορκία των Ιωαννίνων. Στις 7 Ιανουαρίου 1913 ο ελληνικός στρατός επιτέθηκε κατά των οθωμανικών οχυρώσεων στο Μπιζάνι, που δεσπόζει της πόλης των Ιωαννίνων. Αν έπεφτε το Μπιζάνι, αυτόματα τα Γιάννινα θα περιέρχονταν στην ελληνική πλευρά.

Ο Βελισσαρίου προέλασε με το τάγμα του κι αφού υπερκέρασε το Μπιζάνι βρέθηκε να απειλεί τα Ιωάννινα. Για κακή του τύχη, ένα βόλι τον πέτυχε στο πόδι. Αυτός, όμως, συνέχισε απτόητος, αλλά η αιμάσσουσα πληγή του γρήγορα τον κατέβαλε. Όπως έγραψε στα απομνημονεύματά του ο στρατηγός Θεόδωρος Πάγκαλος, που ήταν επιτελής στην 6η Μεραρχία, αν δεν τραυματιζόταν ο Βελισαρίου και συνέχιζε την καταδίωξη θα έπεφταν τα οχυρά του Μπιζανίου και θα καταλάμβανε την πόλη των Ιωανίνων κατά την επίθεση της 7ης Ιανουαρίου 1913.

Ένα μήνα αργότερα άρχισε η δεύτερη επίθεση κατά των Ιωαννίνων από τον ελληνικό στρατό. Στις 19 Φεβρουαρίου 1913 τα ευζωνικά τάγματα των Βελισσαρίου και του Γεωργίου Ιατρίδη διείσδυσαν γρήγορα από τα βόρεια και κατόρθωσαν να αποκόψουν τη μοναδική οδό διαφυγής των εχθρικών δυνάμεων και να καταλάβουν το χωρίο Άγιος Ιωάννης, μεταξύ Μπιζανίου και Ιωαννίνων. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα, η Οθωμανική διοίκηση των Ιωαννίνων να μη μπορεί να επικοινωνεί με τους ταμπουρωμένους στα οχυρά του Μπιζανίου μαχητές, προκαλώντας μεγάλο πανικό στους αμυνόμενους.

Γύρω στις 11 το βράδυ ο Βελισσαρίου διέκρινε δύο μεγάλους φανούς και μια ομάδα ανθρώπων να τους ακολουθεί. Ήταν ο επίσκοπος Δωδώνης μαζί με δύο Τούρκους αξιωματικούς, που μετέφεραν την επιστολή παραδόσεως της πόλης του Εσάτ Πασά προς την ελληνική πλευρά. Ο Βελισσαρίου συνόδευσε προσωπικά την τουρκική αντιπροσωπεία στο ελληνικό στρατηγείο. Ο στρατηλάτης Διάδοχος Κωνσταντίνος τον ασπάσθηκε και του είπε: «Βελισσαρίου, είσαι άξιος ραπίσματος, αλλά και φιλήματος. Εγώ αρκούμαι εις το φίλημα». Έκτοτε, ο Βελισσαρίου έγινε θρύλος.


Ο Ιωάννης Βελισσαρίου πήρε μέρος και στις πολεμικές επιχειρήσεις του Β' Βαλκανικού Πολέμου. Πολέμησε τους Βουλγάρους στη Μάχη του Κιλκίς-Λαχανά (19 Ιουνίου 1913), όπου κατέλαβε εξ εφόδου ένα κρίσιμο λόφο για την έκβαση της μάχης. Συνέχισε να καταδιώκει τους Βουλγάρους μέχρις ότου με τη μονάδα του βρέθηκε στα στενά της Κρέσνας στις 7 Ιουλίου 1913. Τις επόμενες μέρες ο ελληνικός στρατός συνέχισε την προέλασή του μέσα στο βουλγαρικό έδαφος. Στην περιοχή της Άνω Τζουμαγιάς (σημερινό Μπλαγκόεβγκραντ) συνήφθησαν μερικές από τις φονικότερες μάχες, αφού οι Βούλγαροι αγωνίστηκαν «υπέρ βωμών και εστιών».

Ο Βελισσαρίου με τους ευζώνους του μάχεται στο ύψωμα 1378, που συχνά αλλάζει χέρια. Σε ευθεία γραμμή απέχει 20 χιλιόμετρα από τη Σόφια. Οι απώλειες και για τους δύο εμπόλεμους είναι τρομακτικές. Στρατιωτικοί εμπειρογνώμονες τη θεωρούν ως την πιο σκληρή και αιματηρή μάχη των Βαλκανικών Πολέμων. Στις 13 Ιουλίου 1912, ο Βελισαρίου μάχεται όρθιος, προσπαθώντας να εμψυχώσει τους στρατιώτες του. Μια βουλγαρική οβίδα τον ρίχνει κάτω σοβαρά τραυματία. Μετά από λίγη ώρα, ο ηρωικός ταγματάρχης Ιωάννης Βελισαρίου αφήνει την τελευταία του πνοή με τη φράση «Στη Σόφια»!

Όταν ο Βασιλιάς Κωνσταντίνος πληροφορήθηκε το θάνατό του λέγεται ότι είπε: «Ήταν επόμενο. Τέτοιοι ήρωες δε ζουν πολύ». Στο συλλυπητήριο τηλεγράφημα που συνέταξε και απέστειλε προς τη σύζυγό του Χαρίκλεια έγραφε τα εξής: «Χαιρετίζω τον Ήρωα των Ηρώων».

Πηγή Πληροφοριών : sansimera.gr

Κυριακή, 9 Μαρτίου 2014

Αγγελής Γοβιός

Αγγελής Γοβιός , Ευβοια, Επανάσταση 1821,


Γεννήθηκε το 1780 στην Λίμνη Ευβοίας. Το πραγματικό επίθετο του Αγγελή κατά την προφορική παράδοση ήταν Τζουτζάς η Τζοτζάς, που υπάρχει και σήμερα στη Λίμνη. Το Γοβιός ήταν παρατσούκλι. Στη Λίμνη είναι συνηθισμένα τα παρατσούκλια που έχουν σχέση με τα ψάρια. Μαζί με τον Οδυσσέα Ανδρούτσο, το Αθανάσιο Διάκο και πολλούς ακόμη πρωτεργάτες της Επανάστασης του 1821, θήτευσε στην φρουρά του Αλή Πασά και σπούδασε πολεμικές τέχνες στη στρατιωτική σχολή του θρυλικού Αλβανού ηγέτη της Ηπείρου. H συμμετοχή του στη μάχη της Γραβιάς τον έκανε ξακουστό για τη γενναιότητα του και το θάρρος του. Ήταν ένας εκ των πρωτεργατών του ευβοϊκού ξεσηκωμού και επικεφαλής του οργανωμένου ένοπλου αγώνα.

Υπήρξε ο ηγέτης της πρώτης μεγάλης νίκης των Ευβοέων επαναστατών το καλοκαίρι του 1821 στα Βρυσάκια των Μεσσαπίων (κοντά στα Ψαχνά Εύβοιας) απέναντι στον οργανωμένο στρατό του Ομέρ Βρυώνη, που είχε έλθει στη Χαλκίδα για να καταστείλει την Ευβοϊκή Επανάσταση. Ένα χρόνο αργότερα (Μάρτιος 1822) στην ίδια περιοχή μετά από μία σειρά άτυχων συγκυριών, βρήκε το θάνατο μετά από καλοσχεδιασμένη ενέδρα των Τούρκων. Ο θάνατος του Γοβιού ήταν η βασικότερη αιτία της αποτυχίας της Ευβοϊκής Επανάστασης.

wikipedia

Σάββατο, 8 Μαρτίου 2014

Νίκος Σκαλκώτας 1904 – 1945

Νίκος Σκαλκώτας 1904 – 1945


Κορυφαίος έλληνας μουσουργός, με πρωτότυπο έργο και διεθνή απήχηση. Η πιο γνωστή σύνθεσή του είναι οι «36 ελληνικοί χοροί για Ορχήστρα» (1934-1936).

Ο Νίκος Σκαλκώτας γεννήθηκε στη Χαλκίδα στις 8 Μαρτίου 1904. Καταγόταν από την Τήνο και προερχόταν από οικογένεια μουσικών με το επίθετο Σκαλκώτος. Ο πατέρας του Αλέκος, φλαουτίστας στη Φιλαρμονική της Χαλκίδας, άλλαξε το επίθετο της οικογένειάς του σε Σκαλκώτας, χάριν ευφωνίας. Από την ηλικία των πέντε ετών άρχισε να μαθαίνει βιολί με τον θείο του και το 1910 η οικογένειά του μετακόμισε στην Αθήνα για να του προσφέρει την ευκαιρία πληρέστερης μουσικής μόρφωσης. Γράφτηκε στο Ωδείο Αθηνών και το 1918 αποφοίτησε με την ανώτατη διάκριση («Χρυσό Μετάλλιο») για την ερμηνεία του στο «Κοντσέρτο για βιολί» του Μπετόβεν. Τα επόμενα χρόνια έπαιζε βιολί σε διάφορες εκδηλώσεις, ενώ ποιήματά του δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό «Νουμάς».

Το 1921 λαμβάνει υποτροφία από το Ίδρυμα Αβέρωφ για ανώτερες σπουδές βιολιού στο Βερολίνο. Γρήγορα, όμως, θα προσανατολιστεί στη σύνθεση, με δασκάλους τον Κουρτ Βάιλ, τον Φίλιπ Γιάρναχ και τον «πάπα της πρωτοπορίας» Άρνολντ Σένμπμπεργκ, ο οποίος τον εκτιμούσε ιδιαίτερα. Μαζί του έμεινε ως το 1931, χάρη σε νέα υποτροφία που του προσέφερε ο Εμμανουήλ Μπενάκης. Παράλληλα, έπαιζε βιολί σε ελαφρές ορχήστρες για να συμπληρώνει το εισόδημά του.

Κατά τη διάρκεια της παραμονής του στο Βερολίνο έγραψε πάνω από 70 έργα, τα περισσότερα από τα οποία χάθηκαν. Παρά την εκτίμηση που έτρεφε στον Σένμπεργκ, δεν ακολούθησε τυφλά το δωδεκαφθογγικό σύστημα του δασκάλου του, αλλά ανέπτυξε μια δική του απόλυτα πρωτότυπη παραλλαγή. Το 1931, μια έντονη συναισθηματική κρίση προκάλεσε τη διακοπή της σχέσης του με την γερμανίδα σύντροφό του, τη βιολονίστρια Ματίλντε Τέμκο, με την οποία είχε αποκτήσει δύο παιδιά, την Άρτεμη και ένα βρέφος που χάθηκε στη γέννα. Ακολούθησε η δημιουργική κρίση, που κράτησε έως το 1935.

Τον Μάιο του 1933 επιστρέφει στην Ελλάδα, τον ίδιο ακριβώς μήνα που ο δάσκαλός του Άρνολντ Σένμπεργκ παίρνει τον δρόμο της εξορίας για τις ΗΠΑ, μη αντέχοντας την καταπίεση των Ναζί. Από την πρώτη στιγμή που πάτησε το πόδι του στην πατρίδα αντιμετώπισε τον φθόνο και την καχυποψία του μουσικού κυκλώματος (Φιλοκτήτης Οικονομίδης, Μανώλης Καλομοίρης, Δημήτρης Μητρόπουλος, Σπύρος Φαραντάτος), παρότι ήταν γνωστή η αξία του.

Στα μουσικά πράγματα της χώρας κυριαρχούσαν άνθρωποι συντηρητικών αντιλήψεων, που σχετίζονταν με τη λεγόμενη «Εθνική Σχολή» και δεν μπορούσαν ή δεν ήθελαν να κατανοήσουν τις νέες μουσικές προτάσεις του Σκαλκώτα. Ισχυρίζονταν ότι έγραφε ακαταλαβίστικη μουσική, που ήταν αντίθετη με τους κανόνες που διδάσκονταν στα ωδεία και διέδιδαν πως ήταν ήταν τρελός! Ο μουσικολόγος και βιογράφος του Σκαλκώτα Γ. Γ. Παπαϊωάννου αποκαλεί τη συμπεριφορά τους απέναντι στον Σκαλκώτα «μεγάλη συμπαιγνία» και πιστεύει ότι το πληθωρικό του ταλέντο θα τους επισκίαζε και θα τους εξοστράκιζε από τις «καρέκλες» τους.

Όλες οι πόρτες ήταν κλειστές για τον Σκαλκώτα. Για να ζήσει δέχεται να παίξει βιολί σε ένα από τα τελευταία αναλόγια της Κρατικής Ορχήστρας και αργότερα στις Ορχήστρες της Λυρικής και της Ραδιοφωνίας, παρά την αναμφισβήτητη αξία του ως βιολονίστα. Ως αντίδοτο, άρχισε να συνθέτει πυρετωδώς από το 1935 και ως το 1945 είχε γράψει πάνω 100 έργα. Κλεισμένος στον δικό του κόσμο και αποκομμένος εντελώς από τις ευρωπαϊκές τάσεις ανέπτυξε ένα δικό του, εντελώς προσωπικό ύφος.

Το 1946 παντρεύτηκε την πιανίστρια Μαρία Παγκαλή κι ένα χρόνο αργότερα ήρθε στη ζωή ο γιος τους Αλέκος, που διακρίθηκε ως ζωγράφος. Ακολούθησε μια νέα περίοδος δημιουργικής σιωπής, αλλά από το 1949 άρχισε να συνθέτει με τους παλιούς του ρυθμούς νέα έργα και να ενορχηστρώνει παλιότερα. Το νήμα της ζωής του κόπηκε ξαφνικά στις 20 Σεπτεμβρίου 1949 από μια περισφιγμένη κήλη που την είχε αμελήσει. Δύο ημέρες αργότερα γεννήθηκε ο δεύτερος γιος του, Νίκος, που τον γνωρίζουμε ως πρωταθλητή Ελλάδας στο σκάκι.

Ο Σκαλκώτας ανακαλύφθηκε ως συνθέτης μετά τον θάνατό του, χάρη στην πρωτοβουλία φίλων και θαυμαστών του (Γ.Γ. Παπαϊωάννου, Γιώργος Χατζηνίκος κ.ά.), που ίδρυσαν την «Εταιρεία Φίλων Σκαλκώτα» για να διαφυλάξουν και να διαδώσουν το έργο του, που περιλαμβάνει πάνω από 170 έργα (κοντσέρτα, συμφωνικές σουίτες, μουσική δωματίου, χορούς και τραγούδια). Το 60% των προχωρημένων έργων του ακολουθεί ένα δικής του επινόησης δωδεκαφθογγικό σύστημα, ενώ το 40% ανήκει σε άλλα σειραϊκά, «ελεύθερα» συστήματα σύνθεσης.

Εκτός από τα προχωρημένα (ατονικά) έργα του, που αντιπροσωπεύουν πάνω από το 85% της παραγωγής του, περίπου ένα 12% αφορά σε απλούστερα, τονικά και τροπικά έργα, όπως οι περίφημοι «36 Ελληνικοί Χοροί για ορχήστρα» και το λαϊκό μπαλέτο «Η Θάλασσα», που ενσωματώνουν στοιχεία της ελληνικής δημοτικής μουσικής με ένα τρόπο τελείως προσωπικό και πρωτοποριακό. Ο Σκαλκώτας επεδίωκε να συλλάβει την ουσία της και δεν ήθελε μόνο να αξιοποιήσει την εθνική μας κληρονομιά, όπως η πρώτη γενιά των συνθετών της «Εθνικής Σχολής».

Σήμερα, ο Νίκος Σκαλκώτας θεωρείται ένας από τους σημαντικούς συνθέτες του 20ου αιώνα. Ο αυστροβρετανός μουσικολόγος και κριτικός Χανς Κέλερ πλειοδοτεί και σε ένα κείμενό του αναφέρει ως κορυφαίους συνθέτες του 20ου αιώνα τα τέσσερα «Σ»: Σένμπεργκ, Στραβίνσκι, Σκαλκώτας και Σοστακόβιτς.
Επιλεγμένη Δισκογραφία
«36 Ελληνικοί Χοροί» - «Η επιστροφή του Οδυσσέα» (BIS)
«Νίκος Σκαλκώτας» (EMI Classics): Διάφορα έργα μουσικής δωματίου.
«Κοντσέρτο για βιολί, Largo Sinfonico, Επτά Ελληνικοί Χοροί» (BIS)
«Με του Μαγιού τα Μάγια, Συμφωνική Σουίτα κ.ά.» (BIS)
«Κυκλικό κονσέρτο» για όμποε, φαγκότο, τρομπέτα και πιάνο (Philips)
«Η Θάλασσα» (Ankh)
«Η λυγερή και ο θάνατος», Κοντσέρτο για πιάνο Νο1, Εισαγωγή Κοντσερτάντε» (BIS)
Eπιλεγμένη Βιβλιογραφία
Γ.Γ. Παπαϊωάννου: «Νίκος Σκαλκώτας: Μια προσπάθεια είσδυσης στον μαγικό κόσμο της δημιουργίας του» («Παπαγρηγορίου - Νάκας»)
Γιώργος Χατζηνίκος: «Νίκος Σκαλκώτας. Μια ανανέωση στην προσέγγιση της μουσικής σκέψης και ερμηνείας» («Νεφέλη»)

ΠΗΓΗ: http://www.sansimera.gr/

Παρασκευή, 21 Φεβρουαρίου 2014

Γεώργιος Παπανικολάου



Ο Γιώργος Παπανικολάου γεννήθηκε στις 13 Μαΐου 1883 στην Κύμη της Εύβοιας, σπούδασε Ιατρική στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και το 1907 μετέβη στη Γερμανία όπου παρακολούθησε μαθήματα βιολογίας υπό τους καθηγητές Χαίκελ και Βάισμαν. Στη συνέχεια γράφτηκε στο Πανεπιστήμιο του Μονάχου όπου και άρχισε τις βιολογικές έρευνες επί του «καθορισμού του φύλου» στα οστρακόδερμα υπό τον καθηγητή Ρίχαρντ Έρτβιχ.

Μετά την ανακήρυξή του σε διδάκτορα του Πανεπιστημίου επέστρεψε στην Αθήνα το 1910 όπου και νυμφεύθηκε την Ανδρομάχη Μαυρογένη και στη συνέχεια μετέβη στο Μονακό όπου και εργάσθηκε στο ωκεανογραφικό ινστιτούτο του Πριγκιπάτου συμμετέχοντας στην ομάδα ωκεανογραφικής εξερεύνησης του Πρίγκιπα του Μονακό (1911).

Επανερχόμενος στην Ελλάδα συμμετείχε των Βαλκανικών πολέμων και το 1913 αναχώρησε για τις ΗΠΑ όπου και εργάσθηκε ως βοηθός στο κλάδο της ανατομίας στο Πανεπιστήμιο Κορνέλ. Ακολούθως εκλέχθηκε υφηγητής, έκτακτος καθηγητής και τέλος τακτικός καθηγητής της ανατομίας και ιστολογίας της ιατρικής σχολής του Πανεπιστημίου αυτού.

Μετά από μακρές έρευνες επί της εκφυλιστικής κληρονομικής επίδρασης του οινοπνεύματος σε ινδικά χοιρίδια ο Παπανικολάου στράφηκε σε προβλήματα αναπαραγωγής σχετιζόμενα με τη λειτουργία των γεννητικών οργάνων, τον καθορισμό του φύλου, τη λειτουργία των ενδοκρινών αδένων, καθώς και των φυλετικών ορμονών.

Το 1923 εφάρμοσε τη μέθοδό του σε γυναίκες προς μελέτη των φυσιολογικών γεννητικών λειτουργιών και στη συνέχεια για τη διάγνωση του καρκίνου της μήτρας. Η πρώτη του ανακοίνωση επί της χρησιμοποίησης της κυτταρολογικής μεθόδου προς διάγνωση του καρκίνου της μήτρας το 1928 έγινε δεκτή με πολύ σκεπτικισμό καθόσον η κρατούσα τότε γνώμη για τέτοιου είδους έρευνα και εφαρμογή επί αποφολιδουμένων κυττάρων ήταν πρακτικά αδύνατη. Τέτοια διάγνωση θεωρούνταν δυνατή, μέχρι την εποχή εκείνη, μόνο με την τομή του πάσχοντος οργάνου.

Οι έρευνες του Παπανικολάου επεκτάθηκαν στη συνέχεια στις κυτταρολογικές αλλοιώσεις στο καρκίνο του αυχένα της μήτρας και του ενδομητρίου, των οποίων τα πορίσματα δημοσίευσε το 1943 από κοινού μετά του καθηγητή γυναικολογίας Έρμπερτ Τράουστ σε ειδική μονογραφία υπό τον τίτλο «Διάγνωσις του καρκίνου της μήτρας μέσω των κολπικών επιχρισμάτων» (Diagnosis of Uterine Cancer by the Vaginal Smear). Η δημοσίευση της εργασίας αυτής ήταν επόμενο να κεντρίσει το παγκόσμιο ιατρικό ενδιαφέρον και να προκαλέσει την άμεση δοκιμαστική χρησιμοποίηση της μεθόδου σε διάφορα νοσοκομεία. Το 1944 έγινε η πρώτη εφαρμογή επί του ουροποιητικού συστήματος και στη συνέχεια επί του πεπτικού και άλλων συστημάτων του οργανισμού.

Ο Παπανικολάου με τις εργασίες του αυτές έγινε ο θεμελιωτής νέου επιστημονικού κλάδου της «αποφολιδωτικής κυτταρολογίας» βασιζόμενη ακριβώς στη μελέτη των αποφιλιδουμένων κυττάρων του οργανισμού στις διάφορες κοιλότητες αυτού. Η μέθοδος αυτή που έλαβε προς τιμή του την ονομασία «Μέθοδος Παπανικολάου» ή «Τεστ Παπανικολάου» και κατά συγκοπή «Τεστ Παπ» άνοιξε ευρείς νέους ορίζοντες στην ιατρική έρευνα στη γενετήσια φυσιολογία και ενδοκρινολογία ειδικότερα για τον καρκίνο. Οι δημοσιευμένες εργασίες του Παπανικολάου υπερβαίνουν τις εκατό ενώ τρεις αποτελούν ειδικές μονογραφίες.

Το 1954, ο Παπανικολάου δημοσίευσε το μνημειώδες έργο «Άτλαντας της Αποφολιδωτικής Κυτταρολογίας» (Atlas of Exfoliative Cytology), εδραιώνοντας και επίσημα πλέον τη νέα ιατρική πρακτική και ειδικότητα που ουσιαστικά ανέπτυξε από το μηδέν.
Ο Παπανικολάου τιμήθηκε με πλείστες διακρίσεις μεταξύ των οποίων είναι το μετάλλιο Τιμής της Αμερικανικής Εταιρίας Καρκινολογίας το 1952. Έφυγε από τη ζωή στις 19 Φεβρουαρίου του 1962.

Σήμερα το τεστ Παπανικολάου (τεστ-παπ) χρησιμοποιείται παγκοσμίως για την διάγνωση του καρκίνου της μήτρας, επί της προκαρκινικής δυσπλασίας και άλλων κυτταρολογικών ασθενειών του γυναικείου αναπαραγωγικού συστήματος.

Το 1995 τυπώθηκε από την Τράπεζα της Ελλάδος χαρτονόμισμα αξίας 10.000 δραχμών, στο οποίο απεικονίζεται ο Γεώργιος Παπανικολάου.





evia news,εύβοια,ειδήσεις,ευβοϊκά νέα,

Παρασκευή, 14 Φεβρουαρίου 2014

Γιάννης Βογιατζής:Ενας σπουδαίος ηθοποιός που ξεκίνησε την καριέρα του από το Αλιβέρι

Γιάννης Βογιατζής,Εύβοια,Ειδήσεις,


Πέρασε τα παιδικά του χρόνια σε πάρα πολλά χωριά της Ελλάδας επειδή ο πατέρας του ήταν δικαστικός και έπρεπε να ταξιδεύουν διαρκώς.

Μεγάλωσε στη Μυτιλήνη, στα Λεχώνια του Βόλου, στο Αλιβέρι της Εύβοιας, στην Κέρκυρα και στην Αθήνα, ο γνωστός εδώ και πάρα πολλά χρόνια ηθοποιός, ήρθε στην Αθήνα μόλις ενηλικιώθηκε.

Μένει στο Παλαιό Φάληρο εδώ και αρκετό καιρό αλλά φεύγει από την πρωτεύουσα μόνο όταν πρέπει να περιοδεύσει. Άλλωστε, από παιδί ήθελε να γίνει ηθοποιός. Η πρώτη του «επαγγελματική» παράσταση έγινε όταν ήταν μόλις επτά ετών στο Αλιβέρι. Όπως έχει πει, τότε διάβασε τα εξής: «Μηχανικός θέλω να γίνω, αυτό πολύ με συγκινεί/ Αν πάλι σέκος απομείνω, αν με πλακώσει η μηχανή;».

Είδωλό του υπήρξε ο Τάκης Χορν. Έτσι, εκείνος πήγε και τον βρήκε αφού είχε μεγαλώσει και του είπε: «αν κάνω για το θέατρο, θα γίνω ηθοποιός. Αν δεν κάνω, πάλι θα γίνω ηθοποιός». Η απάντηση που του έδωσε ο Τάκης Χορν ήταν «κάνεις» και έτσι ο Γιάννης Βογιατζής αποφάσισε να δώσει εξετάσεις.

Άρχισε μάλιστα να πηγαίνει στη δραματική σχολή χωρίς να το γνωρίζει ο πατέρας του αλλά η μητέρα του ήξερε για την επιλογή του. Κάποια στιγμή, αργότερα, το αποδέχτηκε και ο πατέρας του, όταν το έμαθε. Μπορεί να ήθελε, ωστόσο, να δει το γιο του δικαστικό αλλά όταν έβλεπε πόσα πράγματα έκανε εκείνος (ραδιόφωνο, κινηματογράφο, θέατρο κ.ά) του έλεγε ότι δεν θα κουραζόταν τόσο αν είχε μπει στο Δημόσιο. Όμως, ο Γιάννης Βογιατζής είχε αποφασίσει ποιον επαγγελματικό δρόμο θα τραβήξει.

Σήμερα, όπως λέει στο newsbeast.gr, συνεχίζει να κάνει θέατρο γιατί αυτό δεν τον κουράζει καθόλου. «Εγώ αναπαύομαι στο θέατρο. Το θέατρο πρέπει να αναπαύει τον ηθοποιό, γιατί είναι λειτούργημα. Κι όταν νιώθεις ότι μέσα από αυτό δίνεις χαρά, ικανοποιείται το είναι σου», αναφέρει χαρακτηριστικά.

Μάλιστα, παρά τις τεράστιες επιτυχίες που έχει σημειώσει, δεν αισθάνεται καθόλου διάσημος. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε ότι είναι επιθυμία του να φεύγει από το θέατρο για να γλιτώνει τα αυτόγραφα και τις φωτογραφίες. Φυσικά, τον ευχαριστεί που οι κόποι μιας ολόκληρης ζωής, οι ερμηνείες του δεν πήγαν χαμένες και ο κόσμος του δείχνει την εκτίμησή του. Όμως, θέλει να αποφεύγει τα φλας των φωτογράφων.

Ο ηθοποιός δεν διασκεδάζει ιδιαίτερα. Κάνει πολύ σπάνιες εμφανίσεις. Του αρέσει να περνά χρόνο με την οικογένειά του και να διαβάζει. Ενημερώνεται για τα δρώμενα στη χώρα μας και πιστεύει ότι πρέπει να ξεφύγουμε από το οικονομικό αδιέξοδο.

Υποστηρίζει ότι ντρέπεται για την κατάντια της χώρας μας και λέει ότι μπορούσαμε να έχουμε καλύτερη τύχη και φυσικά να επιτύχουμε μια διαφορετική αντιμετώπιση.

Αγαπά το θέατρο και γι’ αυτό συνεργάζεται εδώ και αρκετά χρόνια με το Εθνικό.

Θα συμβούλευε μάλιστα τους νέους να ασχοληθούν με την υποκριτική αλλά θα τους τόνιζε επίσης να σπουδάσουν προκειμένου να έχουν εναλλακτικές. Και φυσικά δηλώνει επηρεασμένος από την κρίση, όπως άλλωστε, και κάθε Έλληνας, όπως καταλήγει.



Πηγή:newsbeast.gr

Τρίτη, 21 Ιανουαρίου 2014

Τριάντα χρόνια από τον θάνατο του Γιάννη Σκαρίμπα.


«Κάθε βιβλίο του Σκαρίμπα είναι μια κραυγή οδύνης για ό,τι κακό μπορεί να κρύβει ο άνθρωπος, αλλά κι ένας διάτορος αλαλαγμός χαράς και ενθουσιασμού για την αστείρευτη ζωική ορμή που αναγεννά τον άνθρωπο» έγραφε στις 3 Απριλίου του 1939 στο Ελεύθερον Βήμα η διαφημιστική καταχώριση των εκδόσεων Γκοβόστη για το Σόλο του Φίγκαρω του Γιάννη Σκαρίμπα.
Ο εκκεντρικός, γραφικός, σουρεαλιστής, αιρετικός, τολμηρός, αταξινόμητος, θυμόσοφος, είρωνας, καυστικός, προκλητικός συγγραφέας της Χαλκίδας κυκλοφορούσε το δεύτερο μυθιστόρημά του. Είχε προηγηθεί ο Μαριάμπας (1935) και τα διηγήματα Το θείο τραγί (1933). Είχε πάρει το πρώτο βραβείο του διαγωνισμού διηγήματος του περιοδικού Ελληνικά Γράμματα το 1929. Δεν ήταν άγνωστος.




Γεννημένος στην Αγία Ευθυμία Παρνασίδας, ο Σκαρίμπας ταυτίστηκε με τη Χαλκίδα, όπου πέθανε στις 21 Ιανουαρίου 1984. Εκεί εγκαταστάθηκε μετά τον γάμο του με την Ελένη Κεφαληνίτη, το 1919, άνοιξε τελωνειακό γραφείο, απέκτησε πέντε παιδιά, ταξίδεψε ελάχιστα και έζησε μια ζωή δημιουργώντας έργα αιφνιδιαστικά, πρωτότυπα, ανεξάρτητα από σχολές και ρεύματα, μνημεία μιας τέχνης «χειροποίητης». Με τα χρόνια ανέπτυξε με τη Χαλκίδα μια σχέση ερωτική, η πόλη έγινε τόπος εσωτερικός, τόπος της ουτοπίας, η Χαλκίδα κατέληξε σύμβολο του Σκαρίμπα και ο Σκαρίμπας έγινε «ο ιδαλγός της Χαλκίδας».


Ποιητής, πεζογράφος, θεατρικός συγγραφέας, βιβλιοκριτικός, ιστορικός του 1821, αρθρογράφος και επιστολογράφος, μανιώδης καραγκιοζοπαίχτης, υπονομευτής της γλώσσας και της σύμβασης, ο Σκαρίμπας δεν θέλησε να ανήκει πουθενά. Σουρεαλιστής χωρίς να ενταχθεί ποτέ στην παρέα των σουρεαλιστών, πολέμιος της ρεαλιστικής γραφής και της ηθογραφίας, χρησιμοποιεί τη γλώσσα με τρόπο αναρχικό και παράδοξο, σαν παρωδία της γλώσσας των λογίων. Περιφρονεί τη φόρμα, καταστρέφει τους παραδοσιακούς θεσμούς της αφήγησης, παραβιάζει τη σύνταξη και τη γραμμική της τάξη και καταγράφει την πραγματικότητα όπως εκείνος την εννοεί και την αντιλαμβάνεται πέρα από τους κανόνες της λογικής. Στίχοι του δημοτικού τραγουδιού, παιχνίδια με γλωσσοδέτες, φορμουλαϊκές εκφράσεις του θεάτρου σκιών, παιδικές κουβέντες και ηχομιμητικές λέξεις κεντούν τον λόγο του. Μίμοι, φασουλήδες και Καραγκιόζηδες κατοικούν τους κόσμους του, κόσμους αντεστραμμένους. «Τα γυρίζω ανάποδα για να σταθούνε όρθια» έλεγε.


Στην εποχή του δεν αγνοήθηκε. Κι αν ο ιστορικός της λογοτεχνίας της γενιάς του, ο Κ. Θ. Δημαράς, δεν τον μνημόνευσε στην Ιστορία του, ο Κωστής Μπαστιάς και ο Φώτης Κόντογλου τον υποστήριξαν πολύ. Στη δικτατορία λατρεύτηκε, στη μεταπολίτευση διαβάστηκε πολύ. Το 1976 τιμήθηκε με το Α΄ Κρατικό Βραβείο διηγήματος για τη συλλογή Φυγή προς τα εμπρός (1976). Αργότερα ξεχάστηκε. Για τη φιλολογική έρευνα ήταν στο περιθώριο για χρόνια. Κάτι τα δικαιώματα του έργου του, τα οποία είχε μοιράσει με τρόπο περίτεχνο που δυσχέραινε την επανέκδοσή τους, κάτι που είχε περιπλέξει τα πράγματα εκδίδοντας διαφορετικά έργα με τον ίδιο τίτλο και το ίδιο έργο με διαφορετικούς τίτλους, είχε δυσκολέψει ο ίδιος τη μελέτη του έργου του - ίσως προγραμματικά και σκόπιμα, πάντως εντελώς σκαριμπικά. Το έργο του άρχισε να συγκεντρώνει από τη δεκαετία του 1990 η φιλόλογος Κατερίνα Κωστίου, η οποία επιμελείται τις εκδόσεις των απάντων του που κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Νεφέλη.


Σήμερα ο Σκαρίμπας γοητεύει όσους απολαμβάνουν το χιούμορ και την ανατρεπτική γλώσσα του, το αποσπασματικό, το ασυνάρτητο, το παράλογο, το παιγνίδι και τη μετακίνηση από το σοβαρό στο γκροτέσκο. Ιδιαίτερη φωνή της νεοελληνικής λογοτεχνίας, δεν είχε συνεχιστές. Τον πιο γόνιμο διάλογο με το έργο του είχαν ο Θεσσαλονικιός Τόλης Καζαντζής (1938-1991) και ο από το Διδυμότειχο μέτοικος στη Χαλκίδα Ν. Δ. Τριανταφυλλόπουλος, ο εκδότης του Παπαδιαμάντη.


Προετοιμάζοντας το έδαφος για τις εκδηλώσεις που θα εγκαινιάσουν το αναμενόμενο Αρχείο Μελετών Γιάννη Σκαρίμπα στη Χαλκίδα, ο δήμος και πολιτιστικοί φορείς της πόλης διοργανώνουν εκδηλώσεις μνήμης για τα 30 χρόνια από τον θάνατο του Σκαρίμπα που θα πραγματοποιηθούν το Σάββατο 25 και την Κυριακή 26 Ιανουαρίου.